Ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής έχει τη δυνατότητα να προγραμματιστεί ώστε να εκτελέσει μια συγκεκριμένη διαδικασία. Το πρώτο στάδιο του προγραμματισμού είναι να αναλύσουμε την επιθυμητή διεργασία σε επιμέρους στοιχειώδεις έννοιες και να προσδιορίσουμε τον τρόπο και τη σειρά αλληλεπίδρασης αυτών. Το βήμα αυτό αποτελεί την ανάπτυξη της μεθόδου, του αλγορίθμου όπως λέγεται, που θα επιτύχει την εκτέλεση της διεργασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, είναι να έχουμε ορίσει σαφώς και να έχουμε κατανοήσει πλήρως την επιθυμητή διαδικασία. Ο αλγόριθμος συνήθως απαιτεί δεδομένα, τιμές που πρέπει να προσδιοριστούν πριν την εκτέλεσή του, τα οποία πρόκειται να επεξεργαστεί ώστε να παραγάγει κάποιο αποτέλεσμα. Όμως, η μέθοδος σχεδιάζεται και αναπτύσσεται ανεξάρτητα από συγκεκριμένες τιμές των δεδομένων αυτών. Κατά την ανάπτυξη του αλγορίθμου χρησιμοποιούμε σταθερές και μεταβλητές ποσότητες, δηλαδή, θέσεις στη μνήμη του υπολογιστή, για την αποθήκευση των ποσοτήτων (δεδομένων, ενδιάμεσων τιμών και αποτελεσμάτων) του προγράμματος. Υπάρχει η δυνατότητα εκχώρησης τιμής στις μεταβλητές, επιλογής του επόμενου βήματος, ανάλογα με κάποια συνθήκη, καθώς και η δυνατότητα επανάληψης ενός ή περισσότερων βημάτων. Ανάλογα με τις δυνατότητες της γλώσσας προγραμματισμού που θα χρησιμοποιήσουμε στο επόμενο στάδιο, μπορούμε να κάνουμε χρήση δομών για την ομαδοποίηση ποσοτήτων (π.χ. πίνακας), ομαδοποίηση και παραμετροποίηση πολλών εντολών (π.χ. συνάρτηση), ή ακόμα και ορισμό νέων τύπων (π.χ. κλάση). Επιπλέον, μπορούμε να επιλέξουμε και να εφαρμόσουμε έναν από διάφορους τρόπους οργάνωσης και αλληλεπίδρασης των βασικών εννοιών του προγράμματός μας. Έτσι, μπορούμε να ακολουθήσουμε την τεχνική του δομημένου/διαδικαστικού προγραμματισμού, τον αντικειμενοστρεφή προγραμματισμό κλπ. ανάλογα με το πρόβλημα και την πολυπλοκότητά του.
Το επόμενο στάδιο του προγραμματισμού είναι να μεταγράψουμε, σε κάποια γλώσσα, τον αλγόριθμο με τις συγκεκριμένες έννοιες και αλληλεπιδράσεις, να γράψουμε δηλαδή τον κώδικα. Κατόπιν, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής θα μεταφράσει τον κώδικά μας από τη μορφή που κατανοούμε εμείς σε μορφή που κατανοεί ο ίδιος, ώστε να μπορέσει να ακολουθήσει τα βήματα που προσδιορίζουμε στον κώδικα και να ολοκληρώσει την επιθυμητή διεργασία. Η επιλογή της κατάλληλης γλώσσας βασίζεται στις δομές και τις έννοιες προγραμματισμού που αυτή υλοποιεί. Ανάλογα με το πεδίο στο οποίο εστιάζει, μια γλώσσα μπορεί να παρέχει ειδικές δομές και τρόπους οργάνωσης του κώδικα, κατάλληλους για συγκεκριμένες εφαρμογές. Στις παρούσες σημειώσεις θα περιγράψουμε έννοιες της γλώσσας προγραμματισμού C++ και θα αναφερθούμε στις βασικές δομές που αυτή παρέχει. Έμφαση θα δοθεί στην τεχνική του δομημένου προγραμματισμού για την ανάπτυξη του κώδικα. Στο τέλος, θα παρουσιαστούν εισαγωγικά οι βασικές έννοιες του αντικειμενοστρεφούς προγραμματισμού και οι δομές που παρέχει η γλώσσα για να τις υλοποιήσει. Παρακάτω θα παραθέσουμε ένα τυπικό κώδικα σε C++ και θα περιγράψουμε τη λειτουργία του. Στα επόμενα κεφάλαια θα αναφερθούμε στις εντολές και δομές της C++ που χρειάζονται για να αναπτύξουμε σχετικά πολύπλοκους κώδικες.
Πηγή:https://www.materials.uoc.gr/el/undergrad/courses/ETY215/notes.pdf
Περισσότερες πληροφορίες: wikipedia
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου